άψινθος

άψινθος
η см. αψιθιά

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "άψινθος" в других словарях:

  • ἄψινθος — wormwood fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άψινθος — η (Α ἄψινθος) φυτό ποώδες, αρωματικό με πικρή γεύση, χρήσιμο στη φαρμακευτική και κυρίως στην ποτοποιία για την παρασκευή του ποτού αψέντι. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. προελληνικός όρος. Σ΄ αυτή την υπόθεση οδηγεί κυρίως το στοιχείο νθ , το οποίο χαρακτηρίζει… …   Dictionary of Greek

  • ἀψίνθου — ἄψινθος wormwood fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀψίνθῳ — ἄψινθος wormwood fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄψινθον — ἄψινθος wormwood fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αψιθιά — Φυτό φρυγανώδες της οικογένειας των συνθέτων. Είναι πολύ αρωματική και πικρή και στη φαρμακολογία βοτάνων χρησιμοποιείται για τις αντιελμινθικές, αντιπυρετικές, αντισηπτικές και διουρητικές ιδιότητές της. Περιέχει ένα πλούσιο σε διάφορες ουσίες… …   Dictionary of Greek

  • Chernobyl in popular culture — The Chernobyl disaster has received worldwide media attention. Discussion of Nuclear EnergyThe secrecy inherent in Soviet management was blamed for both the accident and the subsequent poor response; the accident, it is argued, hastened the… …   Wikipedia

  • αψέντι — (absinthe). Ποτό που προέρχεται από απόσταγμα αλκοόλης που περιέχει και σπέρματα γλυκάνισου και μάραθου και φύλλα α. Το α. είναι πλούσιο σε αλκοόλη (47 67%). Το ποτό αυτό, που παρασκευάζεται παραδοσιακά στην Τσεχία, συνδέθηκε με τους ρομαντικούς… …   Dictionary of Greek

  • αψίνθινος — ἀψίνθινος, ον (Μ) [άψινθος] εκείνος που παρασκευάζεται με αψιθιά …   Dictionary of Greek

  • αψινθίτης — ἀψινθίτης, ο (AM) [άψινθος] κρασί στο οποίο προστίθεται αψιθιά …   Dictionary of Greek

  • ՕՇԻՆԴՐ — (ընդեր, կամ դրի.) NBH 2 1028 Chronological Sequence: 10c ՕՇԻՆԴՐ որ եւ ՕՇԻՆՏՐ, կամ ԱՒՇԻՆԴՐ. եւս եւ ԱՓՍԻՆԴ, ԱՓՍՆԴԻՆ. ἁψίνθιον, ἅψινθος absinthium. Խոտ դառն յոյժ, այլ օգտակար ʼի դեղ. ափսինդ. ... *Օշինդրն, եկ դառնութիւն իւր: Ընդ քաղցրութեանն ճաշակ՝… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»